Μετάφραση του "electrometer" σε Ελληνικά

Το ηλεκτρόμετρο είναι η μετάφραση του "electrometer" σε Ελληνικά.

electrometer noun γραμματική

A device used to detect and measure static electricity; an electroscope. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλεκτρόμετρο

    noun

    Flame ionisation detector and electrometer

    Ανιχνευτής ιονισμού φλόγας και ηλεκτρόμετρο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " electrometer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "electrometer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη