Μετάφραση του "elongate" σε Ελληνικά

Οι επιμηκύνω, επιμήκης, μακρύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elongate" σε Ελληνικά.

elongate adjective verb γραμματική

lengthened, extended. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιμηκύνω

    verb

    Mattie, how much do you want me to elongate?

    Μάτι, πόσο θέλεις να επιμηκύνω;

  • επιμήκης

    For one thing, it's not a perfect circle. It's quite an elongated ellipse.

    Δεν είναι ένας τέλειος κύκλος, αλλά είναι μια αρκετά επιμήκης έλλειψη.

  • μακρύς

    adjective
  • τεντώνω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " elongate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "elongate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επιμήκης · μακρόστενος · στενόμακρος
  • επιμηκύνω
  • εκατοστιαία επιμήκυνση
  • Επιμήκυνση, προέκταση
  • αποχή · επέκταση · επιμήκυνση
  • Επιμήκυνση, προέκταση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "elongate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη