Μετάφραση του "emanate" σε Ελληνικά
Οι πηγάζω, εκπορεύομαι, προέρχομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "emanate" σε Ελληνικά.
emanate
verb
γραμματική
(intransitive) To come from a source; stem out of [..]
-
πηγάζω
To come from a source
There is the right to demonstrate, which emanates clearly from freedom of expression.
Υπάρχει το δικαίωμα της διαδήλωσης, το οποίο πηγάζει ρητά από την ελευθερία έκφρασης.
-
-
εκπορεύομαι
-
προέρχομαι
verbThat power plant is emanating enough gamma energy to wipe out the state.
Απ'το εργοστάσιο παραγωγής προέρχεται αρκετή ενέργεια γάμμα, να βραχυκυκλώσει όλη τη πολιτεία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " emanate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "emanate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απορροή · πηγή · προέλευση
-
πηγάζει
-
Διαρρέουσες, διαφεύγουσες
-
Διαρρέουσες, διαφεύγουσες
-
ασφάλεια κατά διαφυγών
-
Απορροή, διαφυγή, έκλυση, ακούσια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη