Μετάφραση του "embargo" σε Ελληνικά

Οι εμπάργκο, απαγόρευση, αποκλεισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "embargo" σε Ελληνικά.

embargo verb noun γραμματική

An order by the government prohibiting ships from leaving port. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμπάργκο

    noun neuter

    He was involved in weapons transfers, in violation of the arms embargo.

    Ενεχόταν σε μεταφορές όπλων κατά παράβαση του εμπάργκο όπλων.

  • απαγόρευση

    noun feminine

    I want this embargoed from everyone until we find out exactly what's going on out there.

    Η απαγόρευση ισχύει για όλους μέχρι ν'ανακαλύψουμε τι ακριβώς συμβαίνει εκεί έξω.

  • αποκλεισμός

    noun masculine

    Indeed, even now, there exists an embargo on all exports of wheat from that country.

    Εξάλλου, και τώρα ακόμη, ισχύει εμπορικός αποκλεισμός σε όλες τις εξαγωγές σίτου από τη χώρα αυτή.

  • Εμπάργκο

    prohibition of commerce and trade with a particular country or group of countries

    He was involved in weapons transfers, in violation of the arms embargo.

    Ενεχόταν σε μεταφορές όπλων κατά παράβαση του εμπάργκο όπλων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " embargo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "embargo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη