Μετάφραση του "embarrass" σε Ελληνικά

Οι ντροπιάζω, εμποδίζω, προσβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "embarrass" σε Ελληνικά.

embarrass verb γραμματική

(transitive) to humiliate; to disrupt somebody's composure or comfort with acting publicly or freely; to disconcert; to abash [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ντροπιάζω

    verb

    They only want me dead because I'm an embarrassment.

    Με θέλουν νεκρό απλώς επειδή τους ντροπιάζω.

  • εμποδίζω

    verb
  • προσβάλλω

    verb

    For the moment, nothing challenges the credibility of this embarrassing testimony.

    Για την ώρα, τίποτα δεν προσβάλλει την αξιοπιστία αυτής της ντροπιαστικής μαρτυρίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκθέτω
    • στενοχωρώ
    • εξευτελίζω
    • σαστίζω
    • κομπλάρω
    • φέρνω σε αμηχανία
    • φέρνω σε δύσκολη θέση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " embarrass " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "embarrass" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γίνομαι ρόμπα
  • εξευτελίζω κπ ή κτ
  • ντροπιάζω
  • · αμήχανος · ενοχλητικό · ενοχλητικός · εξευτελιστικός · ντροπιαστικός · ξεφτίλα
  • αμήχανος · σε αμηχανία · σε δύσκολη θέση
  • αμηχανία · εξευτελισμός · ντροπή
  • · αμήχανος · ενοχλητικό · ενοχλητικός · εξευτελιστικός · ντροπιαστικός · ξεφτίλα
  • αμήχανος · σε αμηχανία · σε δύσκολη θέση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "embarrass" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη