Μετάφραση του "emphatic" σε Ελληνικά

Οι κατηγορηματικός, εμφατικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "emphatic" σε Ελληνικά.

emphatic adjective noun γραμματική

Characterized by emphasis. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατηγορηματικός

    adjective masculine

    characterized by emphasis

    The Savior was emphatic about the necessity of baptism.

    Ο Σωτήρας ήταν κατηγορηματικός για την αναγκαιότητα της βαπτίσεως.

  • εμφατικός

    adjective masculine

    Well, not as frequently or as emphatically as you have, no.

    Λοιπόν, δεν είμαι τόσο συχνά ή τόσο εμφατικός όπως εσύ είσαι, όχι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " emphatic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "emphatic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εμφατικά · κατηγορηματικά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "emphatic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη