Μετάφραση του "emptor" σε Ελληνικά

Το αγοραστής είναι η μετάφραση του "emptor" σε Ελληνικά.

emptor noun

a person who buys

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγοραστής

    noun adjective masculine

    They try to put the responsibility on the consumer, saying “Caveat emptor,” “Let the buyer beware.”

    Προσπαθούν να ρίψουν την ευθύνη στον καταναλωτή, λέγοντας «Υπ’ ευθύνην του αγοραστού,» «Ας προσέχη ο αγοραστής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " emptor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "emptor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη