Μετάφραση του "empty" σε Ελληνικά

Οι αδειάζω, άδειος, κενός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "empty" σε Ελληνικά.

empty adjective verb noun γραμματική

(computing, programming) Containing no elements (as of a string or array), opposed to being null (having no valid value). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδειάζω

    verb

    to make empty [..]

    I fill my circus in my way or I empty it in my way.

    Γεμίζω ή αδειάζω το τσίρκο μου όπως θέλω εγώ.

  • άδειος

    adjective masculine

    devoid of content

    The street is empty.

    Ο δρόμος είναι άδειος.

  • κενός

    adjective masculine

    devoid of content

    If I have an empty region of space, that would show as a cold temperature region.

    Αν είχα μια κενή περιοχή χώρου αυτό θα φαινόταν σαν μια περιοχή με χαμηλή θερμοκρασία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αδειανός
    • εκβάλλω
    • ανώφελος
    • άδειο δοχείο
    • άνευ ουσίας
    • αδειάζω (εκκενώνομαι)
    • δώρον άδωρον
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " empty " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Empty
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κενός, άδειος

Εικόνες με "empty"

Φράσεις παρόμοιες με "empty" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "empty" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη