Μετάφραση του "enchained" σε Ελληνικά
Το αλυσοδέσμιος είναι η μετάφραση του "enchained" σε Ελληνικά.
enchained
adjective
verb
Simple past of enchain. [..]
-
αλυσοδέσμιος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " enchained " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "enchained" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αιχμαλωτίζω · αλυσοδένω · δεσμεύω
-
καθήλωση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη