Μετάφραση του "enchanted" σε Ελληνικά

Οι μαγεμένος, γοητευμένος, σαγηνευμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enchanted" σε Ελληνικά.

enchanted adjective interjection verb γραμματική

Simple past tense and past participle of enchant. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαγεμένος

    adjective masculine

    under the influence of enchantment

    He took his life, enchanted by my shiny eyes.

    Πέρασε τη ζωή του, μαγεμένος από τα λαμπερά μάτια μου.

  • γοητευμένος

    adjective masculine

    But Old Tom was enchanted with your stammering.

    Αλλά ο γέρο Tom ήταν γοητευμένος με τραυλισμό σας.

  • σαγηνευμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " enchanted " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Enchanted

Enchanted (film)

+ Προσθήκη

"Enchanted" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Enchanted στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "enchanted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μάγος · ξελογιάζω · ξελογιαστής
  • γοητεύω · θέλγω · μαγεύω · ξελογιάζω · παρασύρω · προσελκύω · σαγηνεύω
  • παραμυθένιος κόσμος
  • γοητεία · μαγεία · ξόρκι · σαγήνη
  • γοητεύω · μαγεύω
  • γοητευτική · γοητευτικό · γοητευτικός · μαγευτικός · μαγικός · σαγηνευτικός
  • γοητευτική · γοητευτικό · γοητευτικός · μαγευτικός · μαγικός · σαγηνευτικός
  • γοητευτική · γοητευτικό · γοητευτικός · μαγευτικός · μαγικός · σαγηνευτικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "enchanted" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη