Μετάφραση του "enclose" σε Ελληνικά

Οι περικλείω, περιβάλλω, εσωκλείω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enclose" σε Ελληνικά.

enclose verb γραμματική

(transitive) To surround with a wall, fence, &c. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περικλείω

    verb

    The entire area is enclosed by the local authority boundaries of these municipalities.

    Τα όρια της περιοχής καθορίζονται από την περίμετρο που περικλείει τους προαναφερθέντες δήμους.

  • περιβάλλω

    verb

    The premises should be entirely enclosed by fencing.

    Οι εγκαταστάσεις πρέπει να περιβάλλονται εξ ολοκλήρου από περίφραξη.

  • εσωκλείω

    Verb

    I enclosed the photo we took before you enlisted.

    Σου εσωκλείω τη φωτογραφία που έβγάλες πριν καταταγείς

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θέτω
    • επισυνάπτω
    • βάζω
    • εισάγω
    • αγγέλω
    • φορώ
    • εγκλείω
    • σφίγγω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " enclose " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "enclose" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "enclose" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη