Μετάφραση του "encroach" σε Ελληνικά

Οι επεμβαίνω, επεκτείνομαι, προσβάλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "encroach" σε Ελληνικά.

encroach verb noun γραμματική

(rare) Encroachment. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επεμβαίνω

    verb

    to intrude unrightfully on someone else's rights or territory

  • επεκτείνομαι

    to advance gradually beyond due limits

  • προσβάλλω

    verb

    The applicant submits also that the defendant infringed the principle of subsidiarity since the imposed measures encroach on the competence of the relevant national authorities.

    Η προσφεύγουσα υποστηρίζει επίσης ότι η καθής προσέβαλε την αρχή της επικουρικότητας καθόσον τα επιβληθέντα μέτρα σφετερίζονται την αρμοδιότητα των αρμοδίων εθνικών αρχών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παραβαίνω
    • καταπατώ
    • υπερβαίνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " encroach " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "encroach" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αντιποιούμαι · παραβιάζω · σφετερίζομαι
  • καταπατώ
  • διείσδυση · επέκταση · καταπάτηση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "encroach" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη