Μετάφραση του "encounter" σε Ελληνικά

Οι συνάντηση, συναντώ, συναπάντημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "encounter" σε Ελληνικά.

encounter verb noun γραμματική

(transitive) To meet (someone) or find (something) unexpectedly. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνάντηση

    noun feminine

    unplanned meeting

    We need to be ready for the next encounter.

    Πρέπει να είμαστε έτοιμοι για την επόμενη συνάντηση.

  • συναντώ

    verb

    meet (someone) or find (something) unexpectedly

    Mantus is the most dangerous individual I've ever encountered.

    Ο Μάντους είναι ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος που έχω συναντήσει.

  • συναπάντημα

    noun neuter

    unplanned meeting

    Augustin, a former park official, remembers a unique encounter with gorillas in 2002.

    Ο Ογκάστιν, πρώην στέλεχος του πάρκου, θυμάται ένα μοναδικό συναπάντημα που είχε με γορίλες το 2002.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αντιμετωπίζω
    • συμπλοκή
    • αναμέτρηση
    • βρίσκω
    • συμπλέκομαι
    • αιχμαλωτίζω
    • συναπαντώ
    • αντάμωμα
    • αντάμωση
    • καυγαδάκι
    • συναντιέμαι
    • αψιμαχία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " encounter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "encounter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "encounter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη