Μετάφραση του "enervate" σε Ελληνικά
Οι εξασθενίζω, αποδυναμώνω, εξάντληση, αποδυνάμωση, καταβολή δυνάμεων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enervate" σε Ελληνικά.
enervate
adjective
verb
γραμματική
(transitive) To reduce strength or energy; debilitate. [..]
-
εξασθενίζω
verbTo weaken or reduce in force, intensity, effect, quantity.
-
αποδυναμώνω
-
εξάντληση, αποδυνάμωση, καταβολή δυνάμεων
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καταβάλλω
- αναστατώνω
- διαταράσσω
- εκνευρίζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " enervate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "enervate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκνευρισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη