Μετάφραση του "enforce" σε Ελληνικά
Οι επιβάλλω, εφαρμόζω, ενισχύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enforce" σε Ελληνικά.
(obsolete, transitive) To strengthen (a castle, town etc.) with extra troops, fortifications etc. [14th-18th c.] [..]
-
επιβάλλω
verbAdditional efforts are still needed to implement and enforce the acquis .
Χρειάζονται ακόμη σημαντικές προσπάθειες για να εφαρμοστεί και να επιβληθεί το κεκτημένο.
-
εφαρμόζω
verbWe demand you bring in a police chief who will enforce the prohibition law.
Απαιτούμε έναν αρχηγό αστυνομίας που θα εφαρμόσει το νόμο.
-
ενισχύω
verbIn some countries, the legal framework ensuring the proper functioning of markets needs to be completed and enforced.
Σε ορισμένες χώρες, το νομικό πλαίσιο για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών πρέπει να ολοκληρωθεί και να ενισχυθεί.
-
καταπείζω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " enforce " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "enforce" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκτελώ · επιβάλλω · εφαρμόζω
-
αστυνομία · αστυνομικό προσωπικό · αστυνόμευση · ασφάλεια · διωκτικές αρχές · επιβολή του νόμου · εφαρμογή του νόμου
-
αναγκαστική μετανάστευση
-
επιβολή του νόμου περί μετανάστευσης
-
υποχρεωτικός
-
κλαδευτήρι
-
υπηρεσία δίωξης ναρκωτικών
-
επιβολή ασφάλειας