Μετάφραση του "enfranchise" σε Ελληνικά

Οι απελευθερώνω, χειραφετώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enfranchise" σε Ελληνικά.

enfranchise verb γραμματική

To grant the franchise to an entity. Generally meaning to grant the privilege of voting to a person. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απελευθερώνω

    verb
  • χειραφετώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " enfranchise " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "enfranchise" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "enfranchise" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη