Μετάφραση του "enforcement" σε Ελληνικά
Οι επιβολή, εκτέλεση, δίωξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enforcement" σε Ελληνικά.
enforcement
noun
The act of enforcing; compulsion. [..]
-
επιβολή
feminineThe main question is therefore enforcing the law in practice.
Το κύριο θέμα, ως εκ τούτου, είναι η επιβολή του νόμου στην πράξη.
-
εκτέλεση
noun feminineHas the judgment been served on the party against whom enforcement is sought?
Η απόφαση επιδόθηκε ή κοινοποιήθηκε στον αντίδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση;
-
δίωξη
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εφαρμογή
- υποχρέωση
- διωκτικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " enforcement " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "enforcement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκτελώ · επιβάλλω · εφαρμόζω
-
αστυνομία · αστυνομικό προσωπικό · αστυνόμευση · ασφάλεια · διωκτικές αρχές · επιβολή του νόμου · εφαρμογή του νόμου
-
αναγκαστική μετανάστευση
-
επιβολή του νόμου περί μετανάστευσης
-
υποχρεωτικός
-
κλαδευτήρι
-
υπηρεσία δίωξης ναρκωτικών
-
επιβολή ασφάλειας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη