Μετάφραση του "engine" σε Ελληνικά

Οι μηχανή, κινητήρας, μηχανοστάσιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "engine" σε Ελληνικά.

engine verb noun γραμματική

(obsolete) Cunning, trickery. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μηχανή

    noun feminine

    locomotive [..]

    Tom started the engine.

    Ο Τομ έβαλε μπρος τη μηχανή.

  • κινητήρας

    noun feminine masculine

    mechanical device [..]

    No deduction shall be made in respect of auxiliary machines driven by the engine.

    Δεν γίνεται καμιά μείωση για τα βοηθητικά μηχανήματα που κινεί ο κινητήρας.

  • μηχανοστάσιο

    neuter

    No part of a liquefied gas installation shall be located in the engine room.

    Κανένα τμήμα εγκατάστασης υγραερίου δεν μπορεί να βρίσκεται στο μηχανοστάσιο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ατμομηχανή
    • Κινητήρας
    • λοκομοτίβα
    • άμαξα έλξης συρμών
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " engine " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Engine
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μηχανή, κινητήρας

Εικόνες με "engine"

Φράσεις παρόμοιες με "engine" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "engine" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη