Μετάφραση του "engineer" σε Ελληνικά
Οι μηχανικός, εξυφαίνω, μηχανολόγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "engineer" σε Ελληνικά.
engineer
verb
noun
γραμματική
A person who is qualified or professionally engaged in any branch of engineering. [..]
-
μηχανικός
noun masculine m;f masculine;feminineA person who finds a technical solution to a problem [..]
Mr Smith had three sons who became engineers.
Ο κύριος Σμιθ είχε τρεις γιους που έγιναν μηχανικοί.
-
εξυφαίνω
verbto plan or achieve a goal by contrivance or guile [..]
-
μηχανολόγος
noun masculine m;f masculine;feminineperson qualified or professionally engaged in engineering [..]
The engineer that built itis at a conference in tokyo.
Ο μηχανολόγος που το έφτιαξε, βρίσκεται στο Τόκυο για ένα συνέδριο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χαλκεύω
- σκαρώνω
- απεργάζομαι
- μηχανοδηγός
- σχεδιάζω
- πρωτοπόρος
- αμαξοδηγός
- πραγματοποιώ
- κατασκευάζω
- τεχνολόγος
- μεθοδεύω
- μηχανεύομαι
- οργανώνω
- ενορχηστρώνω
- μανουβράρω
- οδηγός τρένου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " engineer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "engineer"
Φράσεις παρόμοιες με "engineer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εντολή τεχνικής αλλαγής
-
Μηχανική λογισμικού με τη βοήθεια υπολογιστή
-
Πρόταση τεχνικής αλλαγής
-
Μηχανές αναζήτησης για τα κοινωνικά δίκτυα
-
Θερμική μηχανή · θερμική μηχανή
-
μονάδα ακινητοποίησης κινητήρα
-
Υπηρεσιακό κύκλωμα τεχνικής υποστήριξης
-
Γενετική μηχανική · γενετική μηχανική
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη