Μετάφραση του "engineering" σε Ελληνικά
Οι μηχανολογία, μηχανική, μηχανοστάσιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "engineering" σε Ελληνικά.
Present participle of engineer. [..]
-
μηχανολογία
noun feminineprofession [..]
I've studied mechanical engineering but I've never heard of anything this advanced.
Έχω μελετήσει μηχανολογία αλλά δεν έχω ακούσει κάτι τόσο προχωρημένο.
-
μηχανική
noun feminineapplication of science to the needs of humanity [..]
Mr Smith had three sons who became engineers.
Ο κύριος Σμιθ είχε τρεις γιους που έγιναν μηχανικοί.
-
μηχανοστάσιο
noun neuterarea aboard a ship where the engine is located
No part of a liquefied gas installation shall be located in the engine room.
Κανένα τμήμα εγκατάστασης υγραερίου δεν μπορεί να βρίσκεται στο μηχανοστάσιο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σχεδιασμός
- τεχνολογία
- Επιστήμες μηχανικών
- επιστήμες μηχανικών
- επιστήμη της μηχανικής
- εφαρμοσμένη επιστήμη
- μανούβρα
- μηχανική, τεχνική προσέγγιση, τεχνολογία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " engineering " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "engineering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εντολή τεχνικής αλλαγής
-
Μηχανική λογισμικού με τη βοήθεια υπολογιστή
-
Πρόταση τεχνικής αλλαγής
-
Θερμική μηχανή · θερμική μηχανή
-
μονάδα ακινητοποίησης κινητήρα
-
Υπηρεσιακό κύκλωμα τεχνικής υποστήριξης
-
Γενετική μηχανική · γενετική μηχανική