Μετάφραση του "enslaved" σε Ελληνικά

Το υποδουλωμένος είναι η μετάφραση του "enslaved" σε Ελληνικά.

enslaved verb

Simple past tense and past participle of enslave. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υποδουλωμένος

    For many years, Serhii was enslaved to drugs, alcohol, and tobacco.

    Επί πολλά χρόνια, ο Σεργιί ήταν υποδουλωμένος στα ναρκωτικά, στο αλκοόλ και στον καπνό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " enslaved " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "enslaved" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αιχμαλωσία · δουλεία · δουλειά · υποδούλωση
  • αγγαρεύω · ανδραποδίζω · εξανδραποδίζω · σκλαβώνω · υποδουλώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "enslaved" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη