Μετάφραση του "enslavement" σε Ελληνικά

Οι δουλεία, υποδούλωση, αιχμαλωσία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enslavement" σε Ελληνικά.

enslavement noun γραμματική

The act of enslaving or the state of being a slave; bondage [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δουλεία

    noun feminine

    the act of enslaving or the state of being a slave; bondage

    led a revolt... that freed us all from enslavement.

    Η μητέρα σου, η βασίλισσα των Αμαζόνων, οδήγησε μια εξέγερση... που μας ελευθέρωσε όλους από την δουλεία.

  • υποδούλωση

    The income tax is nothing less than the enslavement of the entire country.

    Ο φόρος εισοδήματος δεν είναι τίποτα λιγότερο από την υποδούλωση ολόκληρης της χώρας.

  • αιχμαλωσία

    noun feminine
  • δουλειά

    noun feminine

    The act of enslaving or the state of being a slave; bondage

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " enslavement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "enslavement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • υποδουλωμένος
  • αγγαρεύω · ανδραποδίζω · εξανδραποδίζω · σκλαβώνω · υποδουλώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "enslavement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη