Μετάφραση του "entangle" σε Ελληνικά

Οι μπλέκω, εμπλέκω, περιπλέκω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "entangle" σε Ελληνικά.

entangle verb γραμματική

To tangle; to twist or interweave in such a manner as not to be easily separated; to make confused and intricate; as, to entangle yarn or the hair. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπλέκω

    verb

    What is “the sin that easily entangles us,” and how might it entangle us?

    Ποια είναι η «αμαρτία που μας μπλέκει εύκολα», και πώς μπορεί να μας μπλέξει;

  • εμπλέκω

    verb

    So the warehouse exists in this universe, quantum entangled with the other one.

    Ώστε η αποθήκη αυτού του σύμπαντος, κβαντικά εμπλέκεται με το άλλο.

  • περιπλέκω

    verb

    And we need in-service tests, a very costeffective measure because manufacturers are naturally keen not to become entangled in recalls.

    Xρειαζόμαστε επίσης και μια παρακολούθηση στην πράξη, ένα πολύ αποτελεσματικό, από άποψη κόστους, μέτρο, επειδή οι κατασκευαστές δεν ενδιαφέρονται φυσικά να περιπλέκονται σε ανακλήσεις οχημάτων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μπερδεύω
    • ανακατεύω
    • τυλίγω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " entangle " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "entangle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαπλεκόμενη · διαπλεκόμενο · διαπλεκόμενος · περιπεπλεγμένη · περιπεπλεγμένο · περιπεπλεγμένος
  • Εμπλοκή, μπλέξιμο
  • έρχομαι σε σύγκρουση με
  • Κβαντική διεμπλοκή
  • · εμπλοκή · μπέρδεμα · μπλέξιμο · περιπλοκή
  • μπλέκομαι σε · μπλέκω σε · παγιδεύομαι σε
  • διαπλεκόμενη · διαπλεκόμενο · διαπλεκόμενος · περιπεπλεγμένη · περιπεπλεγμένο · περιπεπλεγμένος
  • διαπλεκόμενη · διαπλεκόμενο · διαπλεκόμενος · περιπεπλεγμένη · περιπεπλεγμένο · περιπεπλεγμένος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "entangle" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη