Μετάφραση του "entangled" σε Ελληνικά

Οι διαπλεκόμενη, διαπλεκόμενο, διαπλεκόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "entangled" σε Ελληνικά.

entangled adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of entangle. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαπλεκόμενη

  • διαπλεκόμενο

  • διαπλεκόμενος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περιπεπλεγμένη
    • περιπεπλεγμένο
    • περιπεπλεγμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " entangled " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "entangled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Εμπλοκή, μπλέξιμο
  • έρχομαι σε σύγκρουση με
  • Κβαντική διεμπλοκή
  • · εμπλοκή · μπέρδεμα · μπλέξιμο · περιπλοκή
  • ανακατεύω · εμπλέκω · μπερδεύω · μπλέκω · περιπλέκω · τυλίγω
  • μπλέκομαι σε · μπλέκω σε · παγιδεύομαι σε
  • · εμπλοκή · μπέρδεμα · μπλέξιμο · περιπλοκή
  • · εμπλοκή · μπέρδεμα · μπλέξιμο · περιπλοκή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "entangled" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη