Μετάφραση του "epilepsy" σε Ελληνικά
Οι επιληψία, επιληψια, Επιληψία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "epilepsy" σε Ελληνικά.
(pathology) A medical condition in which the sufferer experiences seizures (or convulsions) and blackouts. [..]
-
επιληψία
noun femininea medical condition [..]
If the person has epilepsy, the criteria for an unconditional licence are not met.
Εάν κάποιο άτομο έχει επιληψία, δεν πληρούνται τα κριτήρια για τη χορήγηση άδειας χωρίς όρους.
-
επιληψια
Epilepsy starts like that, with black-outs and then...
Η επιληψια ξεκινα καπως ετσι, με μπλακ-αουτ και μετα...
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " epilepsy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Επιληψία
Epilepsy results from uncontrolled electrical activity in the brain.
Επιληψία, που προκαλείται από την ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου.
Φράσεις παρόμοιες με "epilepsy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Φωτοεπιληψία