Μετάφραση του "epileptic" σε Ελληνικά

Το επιληπτικός είναι η μετάφραση του "epileptic" σε Ελληνικά.

epileptic adjective noun γραμματική

Of, or relating to epilepsy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιληπτικός

    adjective noun masculine

    person who has epilepsy [..]

    Guy was no more epileptic than I am.

    Ο δικός σου ήταν επιληπτικός όσο κι εγώ πιλότος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " epileptic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "epileptic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "epileptic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη