Μετάφραση του "eradication" σε Ελληνικά

Οι εκρίζωση, ξερίζωμα, κατάργηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eradication" σε Ελληνικά.

eradication noun γραμματική

The act of plucking up by the roots; a rooting out; extirpation; utter destruction. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκρίζωση

    feminine

    act of plucking up by the roots

    Plan for the eradication of classical swine fever in feral pigs

    Σχέδιο για την εκρίζωση της κλασικής πανώλης των χοίρων στους αγριόχοιρους

  • ξερίζωμα

    neuter

    act of plucking up by the roots

    You have been instrumental in the eradication of the oldest rarest species on earth.

    Συμβάλατε αποφασιστικά στο ξερίζωμα του παλαιότερου... σπανιότερου είδους πάνω στη γη.

  • κατάργηση

    noun feminine

    I now come to the basic problem which many of you have put to the Commission and which relates to the eradication of these nets.

    Έρχομαι τώρα στο επί της ουσίας πρόβλημα που πολλοί έθεσαν στην Επιτροπή και που αφορά την κατάργηση του αλιευτικού εργαλείου αυτού του είδους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξάλειψη
    • εξαφάνιση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eradication " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eradication" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αφανίζω · βγάζω με τη ρίζα · εκριζώνω · εξαλείφω · εξοβελίζω · καθαρίζω · καταστρέφω · ξεριζώνω
  • εκριζωτικός · καταστρεπτικός
  • φάρμακο που εξαφανίζει τους κάλους
  • εξαλείφω
  • αφανίζω · βγάζω με τη ρίζα · εκριζώνω · εξαλείφω · εξοβελίζω · καθαρίζω · καταστρέφω · ξεριζώνω
  • αφανίζω · βγάζω με τη ρίζα · εκριζώνω · εξαλείφω · εξοβελίζω · καθαρίζω · καταστρέφω · ξεριζώνω
  • αφανίζω · βγάζω με τη ρίζα · εκριζώνω · εξαλείφω · εξοβελίζω · καθαρίζω · καταστρέφω · ξεριζώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eradication" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη