Μετάφραση του "eradicative" σε Ελληνικά

Οι εκριζωτικός, καταστρεπτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eradicative" σε Ελληνικά.

eradicative adjective noun γραμματική

Having the ability to destroy completely or eradicate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκριζωτικός

  • καταστρεπτικός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eradicative " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eradicative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αφανίζω · βγάζω με τη ρίζα · εκριζώνω · εξαλείφω · εξοβελίζω · καθαρίζω · καταστρέφω · ξεριζώνω
  • εκρίζωση · εξάλειψη · εξαφάνιση · κατάργηση · ξερίζωμα
  • φάρμακο που εξαφανίζει τους κάλους
  • εξαλείφω
  • αφανίζω · βγάζω με τη ρίζα · εκριζώνω · εξαλείφω · εξοβελίζω · καθαρίζω · καταστρέφω · ξεριζώνω
  • αφανίζω · βγάζω με τη ρίζα · εκριζώνω · εξαλείφω · εξοβελίζω · καθαρίζω · καταστρέφω · ξεριζώνω
  • εκρίζωση · εξάλειψη · εξαφάνιση · κατάργηση · ξερίζωμα
  • αφανίζω · βγάζω με τη ρίζα · εκριζώνω · εξαλείφω · εξοβελίζω · καθαρίζω · καταστρέφω · ξεριζώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eradicative" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη