Μετάφραση του "escape" σε Ελληνικά

Οι διαφεύγω, δραπετεύω, γλιτώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "escape" σε Ελληνικά.

escape verb noun γραμματική

The act of leaving a dangerous or unpleasant situation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαφεύγω

    verb

    to elude observation

    Because of the Santa clause disguise she managed to escape.

    Λόγω της στολής του'γιου Βασίλη κατάφερε να διαφύγει.

  • δραπετεύω

    verb

    to get free

    To feel trapped and know that you can never escape.

    Να αισθάνεσαι παγιδευμένη και να ξέρεις ότι δεν μπορείς να δραπετεύσεις.

  • γλιτώνω

    verb

    to avoid capture [..]

    I see many black brigands who escape like rabbits and one of ours runs behind them without rifle.

    Πολλούς μαυροπουκαμισάδες... που τρέχουν να γλιτώσουν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απόδραση
    • διαλανθάνω
    • ξεφεύγω
    • διαφυγή
    • διακόπτω
    • φεύγω
    • δραπέτευση
    • αποδιδράσκω
    • φυγή
    • απαλλαγή
    • τρέχω
    • άγριο φυτό
    • τάση φυγής
    • το σκάω
    • φυγή από πραγματικότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " escape " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Escape
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διαφυγή

    No Escape From Jehovah’s Judgment

    Δεν Υπάρχει Διαφυγή από την Κρίση του Ιεχωβά

Εικόνες με "escape"

Φράσεις παρόμοιες με "escape" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "escape" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη