Μετάφραση του "escalator" σε Ελληνικά
Οι κυλιόμενη σκάλα, Κυλιόμενη σκάλα, κυλιόμενες σκάλες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "escalator" σε Ελληνικά.
escalator
noun
γραμματική
An upward or progressive course. [..]
-
κυλιόμενη σκάλα
noun feminineIt was like more steps just kept appearing like it was an escalator that you climb.
Ήταν σαν να εμφανίζονταν συνεχώς σκαλιά σα να'μουν σε κυλιόμενη σκάλα.
-
Κυλιόμενη σκάλα
moving staircase
It was like more steps just kept appearing like it was an escalator that you climb.
Ήταν σαν να εμφανίζονταν συνεχώς σκαλιά σα να'μουν σε κυλιόμενη σκάλα.
-
κυλιόμενες σκάλες
f-pmechanical device
Fall back to the escalators and make a stand there.
Υποχωρείστε στις κυλιόμενες σκάλες και κάντε γραμμή άμυνας εκεί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " escalator " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "escalator"
Φράσεις παρόμοιες με "escalator" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Κλιμάκωση, αναθεώρηση
-
· oξύνω · εντείνω · κλιμακούμαι · κλιμακώνομαι · κλιμακώνω
-
κλιμακούμενος
-
κλιμάκωση · όξυνση
-
εκτονώνω
-
ρήτρα αναπροσαρμογής
-
κλιμακούμενος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη