Μετάφραση του "evanescent" σε Ελληνικά
Οι εφήμερος, παροδικός, φευγαλέος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "evanescent" σε Ελληνικά.
evanescent
adjective
γραμματική
Vanishing, disappearing. [..]
-
εφήμερος
adjective masculine -
παροδικός
-
φευγαλέος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " evanescent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Evanescent
-
Παροδικός
Φράσεις παρόμοιες με "evanescent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξαφάνιση · παροδικοτητα, βραχυτητα ... the condition of lasting for only a short time, then disappearing quickly and being forgotten.
-
αχνοσβήνω · εξαφανίζομαι · ξεθωριάζω
-
φθίνον κύμα
-
φθίνον πεδίο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη