Μετάφραση του "exacerbate" σε Ελληνικά

Οι ερεθίζω, οξύνω, επιδεινώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exacerbate" σε Ελληνικά.

exacerbate verb γραμματική

To irritate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ερεθίζω

    verb
  • οξύνω

  • επιδεινώνω

    verb

    The housing shortage is exacerbated by barriers hindering the efficient use of the existing housing stock.

    Η έλλειψη στέγης επιδεινώνεται από εμπόδια που παρακωλύουν την αποτελεσματική χρήση του υφιστάμενου αποθέματος κατοικιών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παροξύνω
    • επιβαρύνω
    • εκνευρίζω
    • πληγώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exacerbate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "exacerbate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επιδεινώνω
  • επιδείνωση · παροξυσμός · παρόξυνση
  • επιδεινώνοντας · επιτείνοντας
  • επιδεινώνοντας · επιτείνοντας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exacerbate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη