Μετάφραση του "exacerbating" σε Ελληνικά

Οι επιδεινώνοντας, επιτείνοντας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exacerbating" σε Ελληνικά.

exacerbating adjective verb

Present participle of exacerbate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιδεινώνοντας

    This has been leading to redundancies there too, exacerbating the region's social situation.

    Το γεγονός αυτό έχει οδηγήσει και σε αυτές τις περιοχές σε απολύσεις, επιδεινώνοντας την κοινωνική κατάσταση της περιφέρειας.

  • επιτείνοντας

    It also feeds corruption and civil wars, and exacerbates inequalities in Latin America.

    Τροφοδοτεί, επίσης, τη διαφθορά και τους εμφύλιους πολέμους, επιτείνοντας τις ανισότητες στη Λατινική Αμερική.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exacerbating " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "exacerbating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επιδεινώνω
  • · εκνευρίζω · επιβαρύνω · επιδεινώνω · ερεθίζω · οξύνω · παροξύνω · πληγώνω
  • επιδείνωση · παροξυσμός · παρόξυνση
  • · εκνευρίζω · επιβαρύνω · επιδεινώνω · ερεθίζω · οξύνω · παροξύνω · πληγώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exacerbating" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη