Μετάφραση του "excommunicate" σε Ελληνικά

Οι αφορίζω, αναθεματίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "excommunicate" σε Ελληνικά.

excommunicate adjective verb noun γραμματική

Excommunicated. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφορίζω

    verb

    to officially exclude someone from membership of a church or religious community

    The second he was gone, vin excommunicated him.

    Τη στιγμή που έφυγε, ο Βιν τον αφόρισε.

  • αναθεματίζω

    verb Eccl.

    αποβάλλω κπ. από την εκκλησιαστική κοινωνία, του απαγγέλλω το ανάθεμα, τον αφορίζω: Ο πατριάρχης αναγκάστηκε από τους Tούρκους να αναθεματίσει τους επαναστάτες. [ΛΚΝ]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " excommunicate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "excommunicate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Θρησκευτικές ποινές · αναθεματισμός · απαγόρευση · αφορισμός · θρησκευτικές ποινές
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "excommunicate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη