Μετάφραση του "exculpation" σε Ελληνικά

Οι αθώωση, απενοχοποίηση, απαλλαγή από την κατηγορία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exculpation" σε Ελληνικά.

exculpation noun γραμματική

The act of exculpating from alleged fault or crime; that which exculpates; excuse. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αθώωση

    noun

    Yeah, look." Advances in technology may yield protection for exculpation

    " Η εξέλιξη της τεχνολογίας μπορεί να αποδώσει προστασία κι αθώωση

  • απενοχοποίηση

  • απαλλαγή από την κατηγορία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exculpation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "exculpation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αθωωνω, απαλλασσω, απενοχοποιω · αθωώνω · απαλλάσσω · απενοχοποιώ
  • αθωωνω, απαλλασσω, απενοχοποιω · αθωώνω · απαλλάσσω · απενοχοποιώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exculpation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη