Μετάφραση του "excursion" σε Ελληνικά

Οι εκδρομή, ταξίδι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "excursion" σε Ελληνικά.

excursion verb noun γραμματική

A brief recreational trip; a journey out of the usual way [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκδρομή

    noun feminine

    brief recreational trip [..]

    In a slideshow, Alwazir showcases snippets of her excursion.

    Σε ένα σετ διαφανειών, η Alwazir παρουσιάζει στιγμιότυπα από την εκδρομή της.

  • ταξίδι

    noun neuter

    I'm very well-known for my excursions into the unexplored regions of the mind.

    Είμαι πολύ διάσημος για τα οργανωμένα ταξίδια μου στις ανεξερεύνητες περιοχές του νου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " excursion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "excursion"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "excursion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη