Μετάφραση του "exercise" σε Ελληνικά
Οι άσκηση, ασκώ, γυμνάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exercise" σε Ελληνικά.
exercise
verb
noun
γραμματική
Any activity designed to develop or hone a skill or ability. [..]
-
άσκηση
noun feminineany activity designed to develop or hone a skill or ability
Hence the exercise of traded share options has no dilutive effect.
Συνεπώς, η άσκηση διαπραγματευθέντων μετοχικών δικαιωμάτων προαίρεσης δεν έχει μειωτική επίδραση.
-
ασκώ
verbThey all have exercised at least some form of the right of free movement.
Έχουν όλα ασκήσει τουλάχιστον κάποια μορφή του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας.
-
γυμνάζω
verbI need to exercise more.
Πρέπει να γυμνάζομαι περισσότερο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γυμναστική
- εξάσκηση
- αθλούμαι
- εξασκώ
- χρήση
- ασκούμαι
- πραγματοποιώ
- γυμνάζομαι
- κάνω
- εκγύμναση
- άθληση
- τελετή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " exercise " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "exercise"
Φράσεις παρόμοιες με "exercise" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σημειωματάριο
-
εργοφυσιολόγος
-
άσκοπη ενέργεια · περιττή κίνηση
-
κομίζω γλαύκα εις Αθήνας
-
σημειωματάριο
-
άσκηση
-
ποδήλατο γυμναστικής
-
τακτικη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη