Μετάφραση του "exercising" σε Ελληνικά

Το άσκηση είναι η μετάφραση του "exercising" σε Ελληνικά.

exercising noun verb γραμματική

Present participle of exercise. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άσκηση

    noun feminine

    Hence the exercise of traded share options has no dilutive effect.

    Συνεπώς, η άσκηση διαπραγματευθέντων μετοχικών δικαιωμάτων προαίρεσης δεν έχει μειωτική επίδραση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exercising " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "exercising" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exercising" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη