Μετάφραση του "exhausted" σε Ελληνικά

Οι εξαντλημένος, καταπονημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exhausted" σε Ελληνικά.

exhausted adjective verb γραμματική

Depleted; in a state of exhaustion. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξαντλημένος

    adjective masculine

    in a state of exhaustion

    I'm exhausted. I'm going to bed.

    Είμαι εξαντλημένος. Πάω για ύπνο.

  • καταπονημένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exhausted " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "exhausted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exhausted" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη