Μετάφραση του "exhausted" σε Ελληνικά
Οι εξαντλημένος, καταπονημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exhausted" σε Ελληνικά.
exhausted
adjective
verb
γραμματική
Depleted; in a state of exhaustion. [..]
-
εξαντλημένος
adjective masculinein a state of exhaustion
I'm exhausted. I'm going to bed.
Είμαι εξαντλημένος. Πάω για ύπνο.
-
καταπονημένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " exhausted " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "exhausted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αποβάλλω, αποχετεύω, εξαντλώ, εξάτμιση
-
εξαντλητικότητα
-
καυσαέρια αυτοκινήτων
-
διάταξη εξάτμισης
-
καυσαέριο
-
ανεμιστήρας απαγωγής
-
κατάκοπος
-
αέριο εξάτμισης (καυσαέριο) αυτοκινήτου οχήματος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη