Μετάφραση του "expandable" σε Ελληνικά
Το επεκτάσιμος είναι η μετάφραση του "expandable" σε Ελληνικά.
expandable
noun
adjective
γραμματική
Having the capacity to be expanded. [..]
-
επεκτάσιμος
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " expandable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "expandable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διευρυμένη μορφή
-
Συμπιεστής-Διαστολέας
-
επεκτείνω
-
Συστολο-διαστολή
-
αναπτυγμένος · διευρυμένος · διογκωμένος
-
διαστολέας, κάρτα επέκτασης
-
διογκωμένο πολυαιθυλένιο
-
Διπολικό καλώδιο μόνωσης διογκωμένου πλαστικού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη