Μετάφραση του "expanded" σε Ελληνικά

Οι αναπτυγμένος, διευρυμένος, διογκωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "expanded" σε Ελληνικά.

expanded adjective verb

Simple past tense and past participle of expand. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναπτυγμένος

    Adjective
  • διευρυμένος

  • διογκωμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " expanded " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "expanded" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "expanded" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη