Μετάφραση του "expatiate" σε Ελληνικά

Οι μακρηγορώ, εκθέτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "expatiate" σε Ελληνικά.

expatiate verb γραμματική

(now, rare) To range at large, or without restraint. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μακρηγορώ

    verb

    to write or speak at length; to be copious in argument or discussion, to descant

  • εκθέτω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " expatiate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "expatiate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναπτύσσω · επεκτείνομαι σε
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "expatiate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη