Μετάφραση του "experienced" σε Ελληνικά
Οι έμπειρος, πεπειραμένος, ψαγμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "experienced" σε Ελληνικά.
experienced
adjective
verb
γραμματική
Having experience and skill in a subject. [..]
-
έμπειρος
adjective masculineAn experienced surfer knows that the contour of the ocean’s floor affects the waves.
Ο έμπειρος σέρφερ γνωρίζει ότι οι καμπύλες του ωκεάνιου πυθμένα επηρεάζουν τα κύματα.
-
πεπειραμένος
The auditing team must have at least one member experienced as an assessor in the product technology concerned.
Η ομάδα ελεγκτών πρέπει να περιλαμβάνει ένα τουλάχιστον μέλος με πείρα αξιολόγησης της σχετικής τεχνολογίας προϊόντος.
-
ψαγμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " experienced " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη