Μετάφραση του "exploit" σε Ελληνικά
Οι κατόρθωμα, εκμεταλλεύομαι, άθλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exploit" σε Ελληνικά.
exploit
verb
noun
γραμματική
(transitive) To use for one’s own advantage. [..]
-
κατόρθωμα
noun neuterFor the first time ever, my sexual exploits were the talk of the school.
Για πρώτη φορά, τα σεξουαλικά μου κατορθώματα έγιναν το σούσουρο του σχολείου.
-
εκμεταλλεύομαι
verbI'm just exploiting the vulnerability her carnal excesses created.
Εγώ απλά εκμεταλλεύομαι τις αδυναμίες που δημιούργησαν οι σαρκικές της υπερβολές.
-
άθλος
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανδραγάθημα
- επίτευγμα
- χρησιμοποιώ
- ανδραγαθία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " exploit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "exploit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκμετάλλευση υπόγειου νερού
-
ανάπτυξη · εκμετάλλευση · κακομεταχείριση
-
Περιορισμένη πιθανότητα εκμετάλλευσης
-
υπερεκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων
-
δασική εκμετάλλευση
-
εκμετάλλευση της θάλασσας
-
εκμετάλλευση καλλιεργειών
-
εκμετάλλευση πόρου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη