Μετάφραση του "exploit" σε Ελληνικά

Οι κατόρθωμα, εκμεταλλεύομαι, άθλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exploit" σε Ελληνικά.

exploit verb noun γραμματική

(transitive) To use for one’s own advantage. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατόρθωμα

    noun neuter

    For the first time ever, my sexual exploits were the talk of the school.

    Για πρώτη φορά, τα σεξουαλικά μου κατορθώματα έγιναν το σούσουρο του σχολείου.

  • εκμεταλλεύομαι

    verb

    I'm just exploiting the vulnerability her carnal excesses created.

    Εγώ απλά εκμεταλλεύομαι τις αδυναμίες που δημιούργησαν οι σαρκικές της υπερβολές.

  • άθλος

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανδραγάθημα
    • επίτευγμα
    • χρησιμοποιώ
    • ανδραγαθία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exploit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "exploit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exploit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη