Μετάφραση του "exploitation" σε Ελληνικά

Οι εκμετάλλευση, ανάπτυξη, κακομεταχείριση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exploitation" σε Ελληνικά.

exploitation noun γραμματική

The act of exploiting or utilizing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκμετάλλευση

    noun feminine

    Solar radiation exploited for hot water production and electricity generation.

    Η εκμετάλλευση της ηλιακής ακτινοβολίας για την παραγωγή ζεστού νερού και ηλεκτρισμού.

  • ανάπτυξη

    noun

    Regional aid is designed to exploit the economic potential of the regions.

    Οι περιφερειακές ενισχύσεις εξυπηρετούν την ανάπτυξη του οικονομικού δυναμικού των περιφερειών.

  • κακομεταχείριση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exploitation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Exploitation
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αξιοποίηση, εκμετάλλευση

Φράσεις παρόμοιες με "exploitation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exploitation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη