Μετάφραση του "explore" σε Ελληνικά

Οι εξερευνώ, διερευνώ, εξετάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "explore" σε Ελληνικά.

explore verb noun γραμματική

(intransitive, obsolete) To seek for something or after someone. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξερευνώ

    Verb

    I'm so excited to explore another planet, Commander.

    Είμαι τόσο ενθουσιασμένος που εξερευνώ άλλον πλανήτη, Διοικητή.

  • διερευνώ

    verb

    In so doing they will acquire a competitive edge which can be explored and exported.

    Ενεργώντας με τον τρόπο αυτό θα αποκτήσει ανταγωνιστική θέση την οποία θα μπορέσει να διερευνήσει και να εξάγει.

  • εξετάζω

    verb

    Finally, the Commission has also been exploring different ideas and approaches such as improving active dissemination.

    Τέλος, η Επιτροπή εξετάζει επίσης διάφορες ιδέες και προσεγγίσεις, όπως η βελτίωση της ενεργού διάδοσης των πληροφοριών.

  • ανερευνώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " explore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "explore" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "explore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη