Μετάφραση του "exploiting" σε Ελληνικά
Το εκμεταλλευόμενος είναι η μετάφραση του "exploiting" σε Ελληνικά.
exploiting
verb
Present participle of exploit. [..]
-
εκμεταλλευόμενος
He will try to ruin your goodness and abilities by exploiting your weaknesses.
Θα προσπαθήσει να καταστρέψει την καλοσύνη και τις ικανότητές σας, εκμεταλλευόμενος τις αδυναμίες σας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " exploiting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "exploiting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκμετάλλευση υπόγειου νερού
-
ανάπτυξη · εκμετάλλευση · κακομεταχείριση
-
Περιορισμένη πιθανότητα εκμετάλλευσης
-
υπερεκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων
-
δασική εκμετάλλευση
-
εκμετάλλευση της θάλασσας
-
εκμετάλλευση καλλιεργειών
-
εκμετάλλευση πόρου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη