Μετάφραση του "exploiting" σε Ελληνικά

Το εκμεταλλευόμενος είναι η μετάφραση του "exploiting" σε Ελληνικά.

exploiting verb

Present participle of exploit. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκμεταλλευόμενος

    He will try to ruin your goodness and abilities by exploiting your weaknesses.

    Θα προσπαθήσει να καταστρέψει την καλοσύνη και τις ικανότητές σας, εκμεταλλευόμενος τις αδυναμίες σας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exploiting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "exploiting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exploiting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη