Μετάφραση του "exporting" σε Ελληνικά
Το εξαγωγή είναι η μετάφραση του "exporting" σε Ελληνικά.
exporting
verb
noun
Present participle of export. [..]
-
εξαγωγή
noun feminineWhereas a maximum export refund or minimum export tax should be fixed
ότι ενδείκνυται ο καθορισμός της μέγιστης επιστροφής ή του ελάχιστου φόρου κατά την εξαγωγή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " exporting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "exporting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κοινοτικές εξαγωγές
-
επιστροφή κατά την εξαγωγή
-
Οργανισμός Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών
-
εξαγωγή αποβλήτων
-
Οργανισμός Πετρελαιοπαραγωγικών Κρατών
-
εξαγωγή επικίνδυνων αποβλήτων
-
εξάγω
-
επανεξαγωγή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη