Μετάφραση του "extensible" σε Ελληνικά

Οι επεκτάσιμος, εκτατός, επεκτάσιμος, εκτατός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "extensible" σε Ελληνικά.

extensible adjective γραμματική

Capable of being extended. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επεκτάσιμος

    adjective masculine

    An extensible window manager scriptable with an Emacs Lisp-like language

    Ένας επεκτάσιμος διαχειριστής παραθύρων παραμετροποιήσιμος με μια γλώσσα παρόμοια με την Emacs LispName

  • εκτατός

  • επεκτάσιμος, εκτατός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " extensible " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "extensible" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "extensible" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη