Μετάφραση του "extending" σε Ελληνικά

Το εκτεινόμενος είναι η μετάφραση του "extending" σε Ελληνικά.

extending verb

Present participle of extend. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκτεινόμενος

    particle

    ‘control area’ means a controlled airspace extending upwards from a specified limit above the earth;

    «περιοχή ελέγχου», ελεγχόμενος εναέριος χώρος εκτεινόμενος επάνω από συγκεκριμένο όριο επάνω από την επιφάνεια της Γης·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " extending " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "extending" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "extending" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη